Translate

28 Δεκεμβρίου 2007

Εγνατία- Ομόνοια



Από τις παραστάσεις αυτές δεν κατάφερα να δω ούτε μία. Αν και μια μακρά περίοδο της ζωής μου σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από τους Πυξ Λαξ και όσα εκείνοι αναδείκνυαν με τα τραγούδια τους, οι συναυλίες του Φίλιππου Πλιάτσικα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και η όλη ιδέα με την συμφωνική ορχήστρα με βρήκαν στο φτερό. Από τη μια θεωρούσα καλό το γεγονός πως μετά το «Σταυρό του Νότου» του Μικρούτσικου σε ποίηση Καββαδία επιτέλους άνοιξαν οι πόρτες στην μουσική που πραγματικά ακούμε οι μέσοι, καθημερινοί άνθρωποι, από την άλλη μου χάλαγε τη μαγιονέζα το γεγονός πως ο «αλητάκος» Φίλιππος βάζει τα καλά του και διευθύνεται από έναν καθωσπρέπει μαέστρο με κοστούμι και μπαγκέτα. Τελικά οι ημέρες ήρθαν έτσι που αν και είχα την καλύτερη παρέα δεν πήγα. Η καλύτερη παρέα όμως πήγε και γύρισε με τις καλύτερες εντυπώσεις κι έναν θησαυρό. Ένα τραγούδι που ένα χρόνο αργότερα θα το άκουγα ξαφνικά ξημερώματα στον Λυκαβηττό και θα το χάραζα με μαχαίρι στο ξημέρωμα κάθε νύχτας, για πολύ καιρό. Η μουσική ανήκει στον Φίλιππο Πλιάτσικα και η οι στίχοι στην Όλγα Στεργιούδη που αν και πρώτη φορά τη συναντώ ως στιχουργό, νιώθω λες κι έχω ακούσει δεκάδες τραγούδια από εκείνη. Το τραγούδι περιέχεται στη ζωντανή ηχογράφηση από το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών που φέρει τον γενικό κι εύστοχο τίτλο «Ταξιδεύοντας με άλλο ήχο", Harvest 2006. Τα λόγια είναι της ψυχής η εξορία:

Χωρίς μιλιά στο βλέμμα σου ξενύχτησα
τα λόγια είναι της ψυχής η εξορία
Ήσουν μαζί, όταν κοιμόμουν κι όταν ξύπνησα
λύτρωση τούτη η εμμονή και τιμωρία

Μια πόλη χτίσαν οι τρελοί πίσω απ’ τα όνειρα
εκεί που οι άγγελοι πουλάνε τα φτερά τους
εκεί που βρίσκει η Εγνατία την Ομόνοια
κι εξηγούν γιατί σκοτώνουν τα παιδιά τους

Με τα παιχνίδια σου άλλοι παίξαν και μεγάλωσαν
κάηκαν όμορφα για μια φωτογραφία
Σε ποια Ανάσταση τα χέρια μας αντάμωσαν
κι έμαθα πάνω σου γραφή κι ισορροπία.

24 Δεκεμβρίου 2007

Συνέντευξη με τον Μανώλη Καραντίνη


(Αναδημοσίευση από το MusicHeaven.gr)

Ένα βράδυ στο σπίτι, ακούγοντας τη ζωντανή ηχογράφηση της Τάνιας Τσανακλίδου «Δύο χρόνια Μετρό», έβαλα κάτω τα πρόσωπα, να δω ποιοι είναι οι καλύτεροι μπουζουξήδες του σήμερα. Σαν σε παιχνίδι με τον εαυτό μου. Ανάμεσα σε Χρήστο Νικολόπουλο και Θανάση Πολυκανδριώτη σφηνώθηκε το όνομα που την ώρα εκείνη αυτοσχεδίαζε ξόρκια στην εισαγωγή του «Αγάπη που’ γινες δίκοπο μαχαίρι». Δεν ξέρω αν μου διαφεύγουν κάποιοι μέχρι σήμερα, όμως ο Μανώλης Καραντίνης είναι ένα από τα καλύτερα μπουζούκια της πιάτσας. Αναμφίβολα. Όσοι δεν τον έχετε δει ζωντανά, χάνετε μερικές δεκάδες από τις πιο μαγικές πενιές του αιώνα. Όσοι τον έχετε δει, ξέρετε για τι πράγμα μιλάω. Μας υποδέχτηκε στο σπίτι του στο κέντρο της Αθήνας, απλός χαμογελαστός, ανθρώπινος, μας κέρασε έναν εκπληκτικό καφέ και η κουβέντα ξεκίνησε χωρίς να το καταλάβουμε. Μουσική υπόκρουση: δυο καναρίνια στα κλουβιά τους που είχαν ξεχάσει πως ήρθε ο χειμώνας.

Η αλήθεια είναι πως ψάχνοντας στο διαδίκτυο πληροφορίες για εσάς ή παλαιότερες συνεντεύξεις δυσκολεύτηκα αρκετά. Τις αποφεύγετε λίγο ή δεν γίνονται προτάσεις;

Γενικότερα εγώ δεν είμαι φαν του ίντερνετ για να ασχοληθώ με αυτό. Δεν μπορώ να κάθομαι όλη μέρα μπροστά από μιαν οθόνη, ούτε καν μπαίνω, δεν είναι στον χαρακτήρα μου. Αν χρειαστώ κάτι, ρωτάω κάποιο φίλο. Όσον αφορά τις εφημερίδες κλπ ναι δεν έχω δώσει και πολλά.

Πείτε μας λοιπόν δυο λόγια για εσάς, πού γεννηθήκατε, πού μεγαλώσατε…

Εγώ γεννήθηκα Κορυδαλλό και ξεκίνησα μαθήματα όταν ήμουν εφτά χρονών με τον Θεόδωρο Δερβενιώτη, αυτός ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος. Έπειτα έκανα μαθήματα με τον Θέμη τον Παπαβασιλείου και με τον Δημήτρη τον Πατουσιά.

Πώς σας ήρθε η επιθυμία να ασχοληθείτε με τη μουσική;

Είχα δει τον Βοσκόπουλο στην τηλεόραση να παίζει και ζήλεψα. Βλέπεις ενώ τότε δεν υπήρχαν πολλές τηλεοράσεις εμείς είχαμε μια ασπρόμαυρη. Την πρωτοέφεραν στο σπίτι όταν ήμουν έξι χρονών.

Τι ακούσματα είχατε; Να φανταστώ λαϊκά κυρίως…

Ακούγαμε τότε Βοσκόπουλο, Καζατζίδη, Αγγελόπουλο…όλους τους μεγάλους λαϊκούς της εποχής.

Θέλατε να φτάσετε κάποιον από αυτούς; Να γίνετε τραγουδιστής;

Όχι, ποτέ. Το να τραγουδάω είναι πολύ πιο δύσκολο για μένα από το να παίζω κάποιο όργανο. Σήμερα όλοι παίρνουν από ένα μικρόφωνο και αρχίζουν και τραγουδάνε. Ανοίγεις ας πούμε την τηλεόραση το πρωί και είναι γεμάτο τσιφτετέλια και χορούς. Έχει καταντήσει γελοίο. Να είσαι τραγουδιστής είναι σοβαρή δουλειά κι εγώ δεν την επιδίωξα ποτέ. Στα μουσικά όργανα είμαι πιο καλός απ’ ότι στο τραγούδι. Ούτε στίχους γράφω, ο καθένας στο ταλέντο του.

Πώς μπήκατε στη δουλειά; Σας ανακάλυψε κάποιος;

Στη σχολή του Δερβενιώτη πήγα συστημένος από έναν οργανοποιό, τον Ζοζέφ στον Πειραιά. Έπειτα δουλειά ως μουσικός βρήκα εντελώς στην τύχη, από μια άσχετη δουλειά που έκανα τότε. Είναι σχεδόν απίστευτο. Δούλευα σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι έφτιαχνα εξατμίσεις. Ήρθε λοιπόν μια μέρα ένας πελάτης, ο Στέφανος- ώρα του καλή εκεί που είναι- και λέει «ποιος είναι αυτός που κόβει λαμαρίνες, πολύ αργός είναι» και του λέει ο Μάνος, το αφεντικό μου «ναι, αλλά παίζει καταπληκτικό μπουζούκι». Έτσι εκείνο το βράδυ ήρθε στο σπίτι ο Στέφανος και πρότεινε να με πάει για δουλειά. Τυχαία λοιπόν, από του Μάνου το μαγαζί βρήκα την πρώτη μου δουλειά ως μουσικός.

Απ’ ότι έχω προσέξει είστε πολύ αγαπητός στον κύκλο σας, πέρα από μουσικός και ως άνθρωπος.

Ναι, εντάξει, ο κόσμος με αγαπάει εμένα αλλά αυτό είναι θέμα χαρακτήρα, δεν προσπαθώ να παίξω τον καλό. Κι αυτό είναι και το κέρδος δηλαδή, όταν σε αγαπάνε και βλέπεις την ανταπόκριση αυτή του κόσμου χαίρεσαι. Γιατί δεν είναι εύκολο μόνο με ένα όργανο να κάνεις καριέρα, δεν είναι σαν τους τραγουδιστές.

Έμαθα πρόσφατα πως είστε και συνθέτης.

Ναι τώρα κάνω και με τον Βοσκόπουλο κάποια τραγούδια για τον δίσκο του. Επίσης στο παρελθόν έχουν τραγουδήσει τραγούδια μου ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Γιώτα Νέγκα, η Σοφία η Βόσσου, ο Γιάννης ο Ντουνιάς, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, η μεγάλη Πόλυ Πάνου και άλλοι. Πάντα έγραφα τραγούδια.

Άλλα όργανα παίζετε;

Ναι, παίζω όλα τα έγχορδα. Τα υπόλοιπα, όπως ούτι, μπαγλαμά, τζουρά, κιθάρα τα έμαθα μόνος μου. Όταν παίζεις μπουζούκι τα άλλα έρχονται πιο εύκολα. Απλά το κάθε όργανο θέλει το ύφος του.

Εσείς είστε λαϊκός καλλιτέχνης. Επειδή έχουμε ακούσει πολλά κατά καιρούς, τι ακριβώς είναι το λαϊκό τραγούδι.

Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι απαραίτητο να είναι τσιφτετέλι ή ζεϊμπέκικο, λαϊκό τραγούδι μπορεί να είναι και το ροκ. Γενικότερα είναι το τραγούδι που ακούει ο λαός, αλλά ο λαός που ξέρει να ακούει. Γιατί υπάρχει και το σημερινό χάλι στο τραγούδι που είναι λίγο έτσι λίγο αλλιώς και το τραγουδάνε οι περισσότεροι. Βγαίνει ας πούμε κάτι και το χρησιμοποιούν πενήντα άνθρωποι. Κάνει για παράδειγμα ένας χασάπικο, τρέχουν όλοι να βγάλουνε το ίδιο ακριβώς χασάπικο. Γενικά έχουνε ξεφύγει αρκετά οι λαϊκοί δρόμοι και καταλήγουμε στα λαϊκά να ακούμε μόνο ένα δύο δρόμους. Οι υπόλοιποι έχουν ξεχαστεί μαζί με τις μελωδίες τους. Αυτά βέβαια τα εντοπίζουν ειδικά κάποιοι άνθρωποι που ξέρουν από μουσικοί. Και στα ξένα τραγούδια πάντως βλέπουμε να έχει χαλάσει το πράγμα, δεν είμαστε μόνο εμείς.

Σήμερα δηλαδή δεν βγαίνουνε καλά τραγούδια;

Βεβαίως και βγαίνουνε τραγούδια που αξίζουν αλλά είναι πολύ λίγα. Παλαιότερα έβγαιναν περισσότερα. Ξέρεις, όσο προχωράει η τεχνολογία, ο καθένας μπορεί και κάνει και στο σπίτι του μουσική. Εκεί χαλάει και ο ήχος, χαλάνε και πολλά πράγματα. Αυτό που γίνεται σήμερα με τους δίσκους και χάνονται καλά τραγούδια είναι πως αν είναι να μπουν στο δίσκο οχτώ μέτρια τραγούδια και υπάρχουν και δύο καλά, σου λέει η εταιρία ας μην βάλουμε αυτά τα δύο για να ακουστούν και τα άλλα. Έτσι πουλάνε κάνα τρίμηνο και μετά πάλι απ’ την αρχή.

Γράφεται σήμερα γνήσιο λαϊκό τραγούδι;

Γράφεται, ναι. Για μένα γνήσιο λαϊκό τραγούδι σήμερα γράφει ο Κορακάκης. Δηλαδή από αυτόν έχω ακούσει γνήσιο, αντρικό, λαϊκό τραγούδι. Και βεβαίως οι παλιοί, κλασικοί συνθέτες που αφήνουν στη σφραγίδα τους ακόμα και στην εποχή μας. Ο Νικολόπουλος ας πούμε μετά τον Τσιτσάνη συνεχίζει την παράδοση στο λαϊκό τραγούδι.

Ταμπέλες υπάρχουν στη μουσική ή είναι ενιαία;

Υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν είναι ενιαία η μουσική. Απλά το λαϊκό σήμερα το έχουν κάνει λίγο ποπ- λαϊκό όπως είπαμε και πριν και όπου πηγαίνει ο ένας τρέχουν όλοι μαζί. Εγώ κάνω το αντίθετο: όταν το μπουλούκι τρέχει από τη μία μεριά εγώ πάω από την άλλη. Γιατί το ελληνικό τραγούδι, όχι μόνο το λαϊκό, κρύβει πολύ πολιτισμό και είναι κρίμα. Από παλιά είχαμε μεγάλους συνθέτες. Είναι δυνατόν να βγει συνθέτης σήμερα σαν τον Άκη Πάνου ή τον Ζαμπέτα; Επίσης ο Χατζιδάκις που βοήθησε πολύ το λαϊκό τραγούδι…

Ο Θεοδωράκης;

Και ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος και όλοι συνέβαλαν, αλλά ο Χατζιδάκις ήταν εκείνος που βοήθησε καθοριστικά.



Λένε πως είμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο και πως στο μέλλον θα έχουμε μεγάλους δημιουργούς.

Το θέμα είναι αυτοί που τα λένε να έχουν γνωρίσει και προσωπικά τους παλιούς, τον Καζατζίδη ή τον Αγγελόπουλο ας πούμε. Γιατί πολλοί είναι εκείνοι που μιλάνε χωρίς γνωρίζουν στ’ αλήθεια τον καθένα από αυτούς καλά. Μόνο μετά θάνατον βγαίνουν μερικοί και αναλύουν και κάνουν αφιερώματα. Ίσως και γιατί δεν συμφέρει να τα κάνουν όσο εκείνοι είναι εν ζωή, δεν ξέρω. Ας πούμε, όταν ζούσε ο μεγάλος Ζαμπέτας, που όλοι ξέρουμε πόσο βοήθησε το λαϊκό τραγούδι, έφτασε στο σημείο να μην τον παίρνουν για δουλειά. Αυτοί που πέρασαν μέσα από όλα αυτά ήταν οι μεγάλοι συνθέτες.

Γι’ αυτό η δισκογραφία περνάει κρίση, γιατί δεν υπάρχουν άξιοι;

Υπάρχουν κάποιοι άξιοι αλλά και να βγουν, δεν θα τους προωθήσουν και οι εταιρίες. Οι εταιρίες προωθούνε όπως είπαμε το μπουλούκι. Ανοίγεις την τηλεόραση και από το πρωί έχουν ένα μικρόφωνο και τραγουδάνε. Όλοι. Ο άλλος πούλαγε ψυγεία και βγαίνει ξαφνικά τραγουδιστής. Με την τεχνολογία και τα καραόκε έχει περάσει το τραγούδι στο χαβαλέ και ο χαβαλές πουλάει. Ο καθένας πια μπορεί από το σπίτι του να κάνει μουσική.

Και αυτό το θεωρείτε κακό;

Ναι δεν το θεωρώ καλό.

Ναι αλλά κάποιοι νέοι που δεν έχουν τις ευκαιρίες που απαιτεί η αγορά βρίσκουν διέξοδο μέσα από το διαδίκτυο και παρουσιάζονται στο κοινό χωρίς τους μεσάζοντες και τους κανόνες της ζήτησης και της προσφοράς.

Εντάξει ναι, αν είσαι καλός όμως δεν θα πας χαμένος. Όντως τα πράγματα έχουν δυσκολέψει. Για να βγάλει κάποιος δίσκο σήμερα πρέπει να τον πληρώσει. Η εταιρία δεν είναι διατεθειμένη να πάρει και πολλά ρίσκα. Γι’ αυτό ο κόσμος τα κάνει από το σπίτι του. Όμως σπίτι σου δεν μπορείς να έχεις χώρο για στούντιο και λεφτά για μηχανήματα. Ο ήχος παύει να είναι επαγγελματικός. Επίσης αυτή η απελευθέρωση έχει φέρει στην επιφάνεια όλους εκείνους που δεν αξίζουν και θέλουν ντε και καλά να βγουν κι έχει πέσει το επίπεδο. Από αυτή την άποψη το λέω.

Η πειρατεία τελικά σκοτώνει τη μουσική;

Η πειρατεία κάνει κακό όχι όμως σε όλους. Στους τραγουδιστές για παράδειγμα, από τη μια μεριά τους κάνει καλό, γιατί ακούγονται σε πιο πολλά σπίτια. Όταν ας πούμε σου χρεώνουν στα μαγαζιά 20 ευρώ το cd δεν μπορείς να το αγοράσεις εύκολα.

Ο συνθέτης, ο στιχουργός, οι μουσικοί δεν πρέπει να πληρωθούν;

Οι μουσικοί πληρώνονται εφάπαξ και οι άλλοι με τα συγγενικά δικαιώματα. Αυτοί που πλήττονται είναι οι δημιουργοί. Αλλά από πού ξεκινά η πειρατεία, εκεί είναι το θέμα. Για παράδειγμα, ο πειρατής πού το βρίσκει και το βγάζει; Κάποιος του το δίνει όταν μου το πουλάει εμένα πριν κυκλοφορήσει. Επίσης είναι και το ίντερνετ. Κάνεις ένα τραγούδι και την άλλη μέρα το’ χουνε όλοι. Άκουσα να λένε «θα κατεβάσω όλα τα λαϊκά τραγούδια του τάδε τώρα» και τα βάζουν όλα μαζί σε έναν σκληρό δίσκο.

Για κάποιον που δεν έχει την οικονομική άνεση να αγοράσει όλους τους δίσκους, δεν βολεύει αυτό;

Ναι, είναι εντάξει για το παλιό ρεπερτόριο. Όταν βγάζεις ένα τραγούδι όμως να ζήσεις από αυτό δεν σου αρέσει να το έχουνε όλοι την επόμενη μέρα έτσι. Τα αγοράζουν και από τους μαύρους που τα πουλάνε στο δρόμο. Άμα θέλεις το παίρνεις δεν σε αναγκάζει κανείς, αλλά γίνεσαι συνένοχος. Άσε που τα περισσότερα δεν παίζουν ή παίζουν μόνο τα τρία από τα δώδεκα κομμάτια. Δεν τα προσέχουνε και καθόλου. Από ένα μηχάνημα βγαίνουν χιλιάδες τέτοια cd πώς να υπάρξει ο σεβασμός στο τραγούδι; Από την άλλη δεν τους πιάνει και κανείς αυτούς που τα πουλάνε. Μόνο ξέρουν να λένε «να μην αγοράζετε πειρατικά». Ε αφού τους αφήνεις και τα πουλάνε…

Έμαθα ότι και ο γιος σας είναι μουσικός.

Ο γιος μου ο Ανδρέας, είναι καινούργιος στο χώρο, μπουζουξής. Είναι ταλέντο, δεν το λέω επειδή είναι γιος μου, γιατί εγώ είμαι αυστηρός σε αυτά. Είναι από τους καλύτερους νέους της πιάτσας που ξέρουμε. Έχει κάνει μερικές καλές συνεργασίες, όπως με τον Νταλάρα και την Τσαλιγοπούλου και είναι είκοσι χρονών. Έχει μεράκι και το αγαπάει αυτό που κάνει. Ξεκίνησε μαθήματα όπως κι εγώ με τον Θέμη τον Παπαβασιλείου και τώρα πια είναι επαγγελματίας.

Πολλοί δεν θέλουν τα παιδιά τους στον χώρο της νύχτας, δεν βρίσκεις και εύκολα δουλειά. Εσείς πώς το βλέπετε;

Δεν μπορώ να του πω εγώ να κάνει κάτι που δεν θέλει ή το αντίθετο. Ένα παιδί μπορεί να κάνει ό,τι θέλει αρκεί να είναι χαρακτήρας τέτοιος που να μην ξεφύγει. Όπως έχει η νύχτα καλά και κακά, τα ίδια έχει και η μέρα. Ειδικά τώρα οι συνθήκες είναι πολύ καλές. Όταν ξεκίνησα εγώ δουλεύαμε μέχρι τις εφτά το πρωί. Καμία σχέση, τώρα είναι κολέγιο η νύχτα.

Δεν είναι πιο άγρια τα πράγματα; Ακούσαμε τις προάλλες για συμβόλαια θανάτου…

Αυτές είναι άλλες ιστορίες και δεν αφορούν τους μουσικούς και τον καλλιτεχνικό κόσμο. Είναι άλλα κόλπα με πολύ χρήμα, ξέπλυμα κι επιχειρηματίες. Απλά τα ανακαλύπτουν ξαφνικά και γίνεται ένα μπαμ για να λένε και κάτι στην τηλεόραση.

Πίσω στους νέους. Τελευταία υπάρχει και ένα ρεύμα με νέους καλλιτέχνες, όχι τόσο στο λαϊκό τραγούδι όσο στο έντεχνο και στο πιο ροκ. Εσείς θα γράφατε τραγούδια για νέους καλλιτέχνες;

Ναι, θα έγραφα, αναλόγως όμως τον τραγουδιστή. Και δεν είναι πως γράφω μόνο λαϊκά, απ’ όλα μπορώ να γράψω. Απλά πρέπει να ξέρω τον τραγουδιστή. Δεν έχω σε ένα συρτάρι τραγούδια και τραβάω στην τύχη και δίνω. Γιατί πολλοί στο χώρο μας αυτό κάνουν: έχουν ξέρω γω πενήντα τραγούδια και δίνουν στον τραγουδιστή να διαλέξει. Μετά τους τα ξαναπάει πίσω και την άλλη μέρα τα δίνουν σε άλλον και μετά σε άλλον. Εγώ μπορώ να γράψω συγκεκριμένα κομμάτια αλλά θα ξέρω ότι είναι αυτά, δεν θέλω να βάλω σαβούρα μέσα μπας και πιάσει.


Αν ένας τέτοιος τραγουδιστής είναι από reality show;

Γιατί όχι; Ας πούμε ο Καραφώτης δεν είναι καλός τραγουδιστής; Πολλές φορές κατηγορούμε αυτές τις εκπομπές χωρίς να βλέπουμε τι υπάρχει μέσα. Βγαίνουνε και παιδιά που τραγουδάνε καλά. Σίγουρα δεν είναι όλοι, αλλά ένας να βγει ή δυο που να έχουν μέλλον, είναι κάτι. Εγώ βέβαια δεν θα πήγαινα στο fame story.

Έχετε συνεργαστεί με κανέναν;

Έχω παίξει με την Όλγα Βενετσιάνου από το Dream Show, με τον Κώστα Καραφώτη στον δίσκο του και με μερικούς άλλους.

Τηλεόραση βλέπετε;

Ναι, αλλά όχι πολύ. Συνήθως την ανάβω μετά τις δύο το βράδυ λόγω δουλειάς. Δεν έχω την πολυτέλεια να διαλέγω εκπομπές.

Ραδιόφωνο;

Ραδιόφωνο ελάχιστα. Στην Αθήνα τι να ακούσεις που να είναι της προκοπής; Στη Θεσσαλονίκη έχει ωραίους σταθμούς με λαϊκά τραγούδια, παίζουν Γαβαλά ας πούμε και άλλους μεγάλους τραγουδιστές. Αν δεις στην Αθήνα τη λίστα με τα τραγούδια που παίζονται συνήθως, είναι ενός και δύο ατόμων συνέχεια, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Έτσι δε με ενδιαφέρει να ακούσω ραδιόφωνο.

Τα ΜΜΕ σας βοήθησαν στην καριέρα σας;

Ναι, παράπονο σε αυτό δεν έχω. Και στην τηλεόραση, εκπομπές κυρίως στα κρατικά κανάλια όπως είναι της Μπίλιως (Έχει γούστο) και του Σπύρου του Παπαδόπουλου (Στην υγειά μας) ή η Σεμίνα παλαιότερα αλλά κι αυτά μέχρι ενός ορισμένου σημείου βέβαια, μέχρι εκεί που άρχισαν να μπαίνουν οι εταιρίες στις εκπομπές και να επιβάλλουν τους τραγουδιστές. Βέβαια θα μου πεις, κάποια στιγμή τελειώνουν οι καλλιτέχνες και πρέπει να μπει και κάποιος άλλος για να μην υπάρχει επανάληψη. Όλα όμως με μέτρο.

Θα μπορούσατε να κάνετε άλλη δουλειά αν δεν ήσασταν μουσικός;

(χαμόγελο)
Ναι, γιατί όχι; Θα μπορούσα να είμαι μηχανικός. Μου άρεσε.

Το νυχτοκάματο είναι καλό για τους μουσικούς; Όχι μόνο για εσάς που είστε μεγάλο όνομα στους καλλιτεχνικούς κύκλους, αλλά και για τους μικρούς.

Σε γενικές γραμμές είναι καλό το νυχτοκάματο στις μέρες μας. Όχι βέβαια παντού. Όταν ξεκίνησα εγώ να δουλεύω, το 1981, έπαιρνα 400 δραχμές.


Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο ο μικρός Καραντίνης (ετών δύο) αγουροξυπνημένος και μας χαμογελά δείχνοντάς μας τη γάτα που ήταν ξαπλωμένη στο μπαλκόνι. Ακολούθησαν συστάσεις και χαιρετούρες κι ένα μπιμπερό ζεστό γάλα για το πρωινό του μικρού…


Πού είχαμε μείνει;

Λέγαμε για το νυχτοκάματο…

Α, ναι. Γενικά είναι καλά. Γίνονται όμως και κάποιες αδικίες με τα λεφτά των μουσικών. Κοίταξε να δεις, όταν υπάρχουν τραγουδιστές που παίρνουν 15.000 και 20.000 ευρώ τη νύχτα δεν μπορεί ο μουσικός να τη βγάζει με 80 ευρώ. Επίσης είναι και οι μικροί τραγουδιστές που δουλεύουν πολύ και δεν αμείβονται όσο πρέπει. Εκείνοι φτιάχνουν την ατμόσφαιρα μέχρι να βγει η μεγάλη φίρμα να τραγουδήσει. Όταν έχεις απαιτήσεις όπως ρούχα καλά και παπούτσια για να βγεις στην πίστα αξιοπρεπώς δεν τα καταφέρνεις με τα 100 ευρώ που σου δίνουν. Και μάλιστα όταν δουλεύεις δυο και τρεις μέρες την εβδομάδα. Είναι και τις μόδας τώρα, όλα τα μαγαζιά δουλεύουνε τριήμερο. Από την άλλη είναι και μαγαζάτορες που πολλές φορές δεν βγαίνουν με τα έξοδα και δεν τα ανοίγουν τα μαγαζιά. Ξέρω μαγαζιά που δουλεύουν μόνο με χορούς. Για να επανέλθουμε κιόλας, εμένα προσωπικά δεν με πειράζει πόσο θα πάρει ο τραγουδιστής. Εγώ θέλω τόσα για να με καλύψουν, δεν κοιτάω γύρω-γύρω. Αλλά ότι υπάρχουν αδικίες στο χώρο, υπάρχουν.

Έχει τύχει να χαλάσει μια συνεργασία σας στο οικονομικό κομμάτι;

Ναι, βέβαια. Συγκεκριμένα έγινε και φέτος.


Επιλέγετε πού θα εργαστείτε κάθε φορά;

Ναι, έχω την πολυτέλεια και διαλέγω μέσα από τις προτάσεις. Ξέρεις τι γίνεται, εγώ δεν κοιτάω μόνο το οικονομικό κομμάτι, κοιτάω και το μαγαζί και το πρόγραμμα. Δηλαδή, δεν μπορώ αυτό το πράγμα που γίνεται σήμερα που παίζει ο μουσικός και ξαφνικά πέφτουνε μπροστά του κουρτίνες ή αρχίζει το πατάρι και μετακινείται, πάει μπρος- πίσω κλπ. Έχω πάει και σε μαγαζιά που είναι ένας μπροστά και τραγουδάει χοροπηδώντας και πίσω δεν φαίνεται η ορχήστρα. Είναι σαν να μην υπάρχει, παίζει και δεν φαίνεται καθόλου. Λες και είναι καραόκε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πέρσι που παίζαμε στο Αρένα, που ξαφνικά έφυγε το πατάρι, χάθηκε η ορχήστρα και άρχισαν να κρέμονται κάτι σαν χαρτιά από ψηλά. Μετά πάλι εμφανιστήκαμε για λίγο και πάλι πίσω κρυμμένοι.

Ε καλά, δε νομίζω πως αυτό γίνεται επίτηδες για να κρύψουν τους μουσικούς…

Αυτά είναι άλλα κόλπα, που γίνονται για να δικαιολογήσουν και οι σκηνοθέτες τα λεφτά που παίρνουν. Κάνουν διάφορα για να εντυπωσιάσουν τον κόσμο. Αλλά δεν το θεωρώ αναγκαίο όλο αυτό. Ας πούμε τώρα στη Θεσσαλονίκη παίζω με τον Βοσκόπουλο, όλη η ορχήστρα είναι στη θέση της και το πρόγραμμα έχει μεγάλη επιτυχία. Είναι κακό δηλαδή να παίζει ο μουσικός δίπλα από τον τραγουδιστή; Έτσι είναι τα κανονικά λαϊκά μαγαζιά, μια καλοντυμένη ορχήστρα, σωστά τοποθετημένη και ο τραγουδιστής κοντά της. Δεν είναι τηλεόραση ή Μέγαρο Μουσικής, όπου γίνονται κάποιες παραστάσεις με διαφορετικές ανάγκες. Αν δεν χρειάζονται την ορχήστρα ας την βγάλουν από τη σκηνή και να τραγουδάνε καραόκε. Σεβασμός στον μουσικό τέλος πάντων.

Διασκεδάζετε, βγαίνετε έξω;

Τώρα δεν προλαβαίνω, διασκεδάζω στη δουλειά (γέλια). Πιο παλιά έβγαινα περισσότερο.

Σε λαϊκά μαγαζιά να φανταστώ;

Σε πολύ λίγα λαϊκά μαγαζιά, γιατί με το ρεπερτόριο σήμερα δεν τα πάω και πολύ καλά. Δεν αντέχω να κάτσω πολλή ώρα, κουράζομαι. Αν πραγματικά μου αρέσει και δεν είναι στην Αθήνα, πηγαίνω και στην επαρχία να το ακούσω.

Σας αρέσουν τα ταξίδια δηλαδή…

Ναι, αλλά όχι στο εξωτερικό. Έχω κάνει τόσα πολλά οπότε δεν μου λείπουν καθόλου. Με τον Νταλάρα ας πούμε, έχουμε κάνει τεράστιες περιοδείες. Η Ελλάδα έχει τόσα όμορφα μέρη που δεν τα ξέρουμε...

Την φετινή παράσταση του Νταλάρα την έχετε δει;

Όχι, δεν έχω προλάβει να πάω να το δω αλλά έχω ακούσει καλά λόγια. Γενικώς ο Νταλάρας ό, τι κάνει το κάνει καλά. Είναι πολύ ψείρας στις παραστάσεις του κι αυτό είναι καλό. Έχω ακούσει όμως πως στην παράσταση πάλι δεν φαίνεται η ορχήστρα, παρά μόνο για λίγο. Είναι λέει μόνος του στο πατάρι με μια κουρτίνα από πίσω.

Αχ αυτές οι κουρτίνες… (γέλια)

Ναι, με ενοχλεί αυτή η κουρτίνα, πρέπει να φαίνονται οι μουσικοί. Καλή η αποκλειστικότητα του τραγουδιστή πάνω στη σκηνή αλλά όχι κι έτσι. Τόσα χρόνια ο Νταλάρας είχε τις καλύτερες ορχήστρες με καταπληκτικούς μουσικούς. Τώρα μάλιστα άκουσα πως έχει κάπου 17 άτομα ορχήστρα (!). Κάποια στιγμή αυτή ορχήστρα δεν πρέπει να φανεί; Είναι πολύ άξιοι οι μουσικοί της, τους ξέρω κάποιους.

Βλέπω μια μεγάλη δισκοθήκη στον τοίχο. Τι μουσική κρύβει μέσα;

Ναι, έχω πολλούς δίσκους. Αν την προσέξεις δεν έχει μόνο λαϊκά, ακούω σχεδόν τα πάντα. Ακόμα και κλασική μουσική. Είναι ώρες που θέλω να ακούσω Καζατζίδη, είναι και ώρες που θέλω να ακούσω Μότσαρτ. Είναι κάπως μπερδεμένα τα ακούσματά μου. Το σίγουρο είναι πως δεν ακούω τα ποπ τα σημερινά. Αυτά τα ψευτολαϊκά που τραγουδιούνται στα μαγαζιά και δεν ξέρεις από πού ξεφύτρωσαν. Τα άγνωστης προέλευσης.

Στη δουλειά εμμονές έχετε;

Ε, δεν είμαστε και τέλειοι (γέλια). Στη δουλειά ναι, είμαι μυστήριος. Ευτυχώς φέτος το χειμώνα μου έτυχε το ιδανικό. Παίζω στη Θεσσαλονίκη στο «Ορόσημο» (Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο) με τον Βοσκόπουλο και με την Τσανακλίδου στο Μετρό (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη). Είναι και οι δύο πολύ καλές συνεργασίες. Ο Βοσκόπουλος εντάξει είναι λαϊκός τραγουδιστής. Η Τσανακλίδου όμως έχει μεγάλο ρεπερτόριο, τα λέει όλα. Κι όχι μόνο αυτό, ό,τι λέει αυτή η γυναίκα το κάνει δικό της. Κι εγώ μπορώ και μου αρέσει να τα παίζω όλα, δεν παίζω μόνο λαϊκά. Μπορώ να καλουπωθώ παντού, αρκεί να μου πηγαίνει σαν άνθρωπος πρώτα. Κάπως έτσι πάει.

Η Τσανακλίδου παρά τα χρόνια που είναι στο χώρο και την επιτυχία που έχει κάνει, δεν είναι από εκείνους που έχουν φθαρεί. Άλλοι μοιάζουν κουρασμένοι, λες κι έχουν στερέψει κι όμως ούτε κάνουν στροφή στην καριέρα τους, ούτε στροφή για το σπίτι τους. Γιατί αυτό;

Η Τάνια είναι διαχρονική. Πολλές φορές οι μεγάλοι τραγουδιστές περνάνε από έναν πανικό μεγαλώνοντας και βλέποντας πως έχουν κάνει πολλά πράγματα. Σου λέει, τι θα κάνουμε τώρα, πώς θα κάνω σουξέ. Κοίταξε, αυτοί πρέπει να συνεργάζονται με νέα άτομα. Και να δίνουν βήμα στους νέους και να βοηθούνται οι ίδιοι ψυχολογικά. Πρέπει να σταματήσει αυτό το απόλυτο «εγώ» γιατί οι καιροί αλλάζουν.

Συγκρίνοντας τον Μανώλη Καραντίνη του 1981 (στο ξεκίνημα) και του σήμερα βρίσκουμε αλλαγές;

Σαν χαρακτήρας δεν νομίζω να έχω αλλάξει και τόσο, μόνο είμαι πιο έμπειρος. Σαν μουσικός αλλάζω συνέχεια. Όχι από άποψη βελτίωσης όσο από τεχνικής. Είναι ανάλογα με τα ακούσματα που έχω ανά περιόδους. Ποτέ δεν παίζω το ίδιο τα κομμάτια, συνεχώς αλλάζω.

Το περιοδικό μας στο ίντερνετ το έχετε ακουστά;

Όπως είπα δεν έχω και τόσο καλή σχέση με το ίντερνετ κι έτσι δεν το ξέρω. Είναι ευκαιρία όμως τώρα πια να το μάθω και να σας διαβάζω. Πιστεύω πως τέτοια περιοδικά είναι αρκετά καλά για τη μουσική. Δεν είναι ανάγκη ένα περιοδικό να είναι σε έντυπη μορφή για να είναι αξιόλογο τώρα πια. Το ίντερνετ γενικά είναι καλό, ανάλογα με το πώς το χρησιμοποιείς. Υπάρχει και η καλή, υπάρχει και η κακή χρήση.

Τι θα θέλατε να πείτε στους φίλους του περιοδικού που θα μας διαβάσουν;

Να είναι καλά όλοι και να ακούνε καλό τραγούδι, όχι απαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο είδος. Ακούμε ό, τι μας αξίζει όπως και βλέπουμε ό,τι μας αξίζει.


*Οι φωτογραφίες, η δεύτερη ματιά και ένα μεγάλο μέρος
από την καλή διάθεση ανήκουν στην Κατερίνα Παρασκευοπούλου.

21 Δεκεμβρίου 2007

Άλκης Αλκαίος- Οι τροβαδούροι της καρδιάς μου

Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Διάφοροι
Καμπανάκι & Universal 2007

Πρόκειται για τον δεύτερο δίσκο που κυκλοφορεί από τη σειρά "Άξιος λόγος" την οποία επιμελούνται ο Μιχάλης Κουμπιός και ο Γιώργος Νταλάρας τιμώντας τους μεγάλους Έλληνες στιγουργούς. Παραγωγή "Καμπανάκι" 2007.
Ενώ τον δίσκο του Παπαδόπουλου (Σπάει το ρόδι) τον πήρα χαμπάρι κάποιες εβδομάδες αφού είχε βγει στα δισκοπωλεία, τώρα ήμουν ψυλλιασμένος από νωρίς. Είναι γεγονός πως περίμενα πώς και πώς τον δίσκο, μιας και ο Αλκαίος (κοινότυπο έχει καταντήσει μα παραμένει αληθινό) είναι από τους καλύτερους έλληνες στιχουργούς. Τον αγόρασα λοιπόν λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του με τη χαρά του παιδιού που του φέρνει δώρο ο Άγιος Βασίλης. Ο δίσκος όμως δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου. Πέρα από τις σπουδαίες συμμετοχές κι ερμηνείες, κάθε φορά του τον ακούω μου μένει μια γεύση από τη μετριότητα του επαγγελματία που θέλει ντε και καλά να κάνει κάτι μεγάλο χωρίς όμως να το σηκώνει. Από τη μια, ο Αλκαίος δεν έχει καταθέσει και τα καλύτερα του κείμενα, συγκριτικά βεβαίως με ό,τι έχουμε δει στο παρελθόν (σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις) πράγμα που σαφώς μας γεννούσε μεγάλες προσδοκίες. Δεν είναι και μικρό πράγμα να τιμάται ένας από τους δύο ποιητές του ελληνικού τραγουδιού και μάλιστα με νέο, δικό του υλικό. Σαν να μην είναι ο Αλκαίος που έγραφε πριν ή σαν να μην ήθελε να δώσει από τα καλά της σοδειάς του. Δεν ξέρω. Από την άλλη οι συνθέτες- τραγουδοποιοί μάλλον δεν έπιασαν καλά το νόημα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Έχω την εντύπωση πως η μουσικές με τις οποίες έντυσαν τα κείμενα Αλκαίου δεν έχουν να κάνουν και τόσο με αυτά, τουτ' έστιν δεν κολλά η μουσική με τον στίχο. Ειδικά σε δύο περιπτώσεις, στο «Ταξί» του Διονύση Τσακνή και στο «Κάτι περιμένω» του Δημήτρη Παπαδημητρίου η απόσταση αυτή φαίνεται ξεκάθαρα. Κακή στιγμή; Μπορεί. Ήταν ανάγκη να έρθει στον δίσκο του Αλκαίου;

Όπως και να΄χει όμως δίσκος περιέχει και κάποια καλά τραγούδια. Ξεχώρισα το «Ελεύθερη πτώση» του Ζερβουδάκη, το «Νόστος» του Μαχαιρίτσα (ο οποίος με εξέπληξε με τη ζεστασιά που έβγαλε σε σύνθεση και ερμηνεία) και το «Μη φοβάσαι» του Δημήτρη Παπαδημητρίου όπου ερμηνεύει ο Μπάμπης Στόκας. Επίσης καλή δουλειά έκανε και ο Σωκράτης Μάλαμας μελοποιώντας κι ερμηνεύοντας το «Ντόμινο», δίνοντας το δικό του, κλασικό ύφος όπως πάντα.

Τα τραγούδια του δίσκου είναι:

1. Οι τροβαδούροι – Βασίλης Καζούλης, Βαγγέλης Γερμανός, Μιλτιάδης Πασχαλίδης
(Μουσική: Μιλτιάδης Πασχαλίδης)

2. Πλατεία ασωμάτων – Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Γιώργος Νταλάρας
(Μουσική: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας)

3. Τα ενυδρεία του έρωτα – Φίλιππος Πλιάτσικας
(Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας)

4. Κάτι περιμένω (Βραδιά όπερας) – Νίκος Πορτοκάλογλου
(Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου)

5. Εναέρια τρένα – Αλκίνοος Ιωαννίδης
(Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης)

6. Ντόμινο – Σωκράτης Μάλαμας
(Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας)

7. Το ταξί – Διονύσης Τσακνής, Ασπασία Στρατηγού
(Μουσική: Διονύσης Τσακνής)

8. Μη με φοβάσαι (Βραδιά μπαλέτου) – Μπάμπης Στόκας
(Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου)

9. Εχεμύθεια – Αρλέτα
(Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης)

10. Νόστος – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
(Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας)

11. Πιο πέρα από τα μάτια (Το πάρκο της Ζυρίχης) – Χρήστος Θηβαίος
(Μουσική: Χρήστος Θηβαίος)

12. Ελεύθερη πτώση – Δημήτρης Ζερβουδάκης
(Μουσική: Δημήτρης Ζερβουδάκης)

13. Το φίλτρο – Γιώργος Νταλάρας
(Μουσική: Μιχάλης Κουμπιός)

8 Δεκεμβρίου 2007

Μιλάω χρόνια


Πέμπτη βράδυ, Καισαριανή. Το σκοπευτήριο το βρήκα μετά βίας (επαρχιώτης γαρ) ανάμεσα σε χίλια δυο μπετά. Όπως επίσης και πάρκινγκ. Το ραντεβού για τη συνέντευξη ήταν στις δέκα και ανοίξαμε την πόρτα του μαγαζιού κάπου δέκα και δέκα. Ο Μπάσης όπως τον περιμέναμε, καμία έκπληξη δεν είχε η όλη κουβέντα. Απλός, σεμνός, προσγειωμένος. Όπως ακριβώς τον φανταζόμαστε μέσα από τους ραδιοφωνικούς δέκτες, τις μεμονωμένες εμφανίσεις του στην τηλεόραση και τις κατά καιρούς συνεντεύξεις. Θα τα διαβάσετε σε λίγο καιρό απομαγνητοφωνημένα. Η έκπληξη ήταν αλλού. Ένα τραγούδι που δεν είχα ακούσει ποτέ κι όμως πριν χρόνια έδωσε το όνομά του σε έναν ολόκληρο δίσκο. Δεν είναι μόνο η μυθική, ηπειρωτική μουσική που έγραψε η Βάσω Αλαγιάννη και οι πετυχημένοι στίχοι του Νίκου Μωραΐτη. Ήταν εκείνη, η a capella ερμηνία του πάνω στην πίστα με κατεβασμένα τα φώτα και το μικρόφωνο ανάμεσα στα δάχτυλα, κοντά στο στέρνο σαν σε προσευχή. Ήταν τα μάτια που δεν άνοιξαν σχεδόν καθόλου τα τέσσερα λεπτά της ερμηνείας, τα χείλη που έπαιζαν με τους κανόνες του ελληνικού καημού και η φωνή που νόμιζες πως βγήκε από ένα φαράγγι γεμάτο θυμάρι. Συγχωρήστε μου τον ενθουσιασμό. Όποιος δεν έχει πάει στο Χάραμα φέτος και ούτε έχει σκοπό, να πάει μόνο και μόνο για αυτό το τραγούδι. Και για τα «παραπονεμένα λόγια» που ακολουθούν μετά. Και ας μην σας αρέσει ο Δημήτρης Μπάσης. Το τραγούδι το ακούμε από τον δίσκο, παραγωγής 2000, όπου βρίσκεται τελευταίο, στο νούμερο έντεκα του track list. Όχι τυχαία. Οι στίχοι όλου του δίσκου είναι του Νίκου Μωραΐτη και η μουσική της Βάσως Αλαγάννη. Ακολουθεί...

Πού να’ σαι πού να χάνεσαι σα βγαίνει το φεγγάρι
που σκόρπησα στις μάγισσες σημεία να πιαστείς
Εμένα θα’ ρθει μια φορά ο άνεμος να με πάρει
να βρούνε ήλιο τα’ άδυτα κομμάτια της ψυχής.

Μιλάω χρόνια, χρόνια λέω πως θα’ ρθεις
μα ούτε μέσα σε όνειρο δεν σ’ έχει δει κανείς.

Πού να’ σαι πού να κρύβεσαι σε ποια σκιά του δρόμου
σε ποιο χορό να λύνεται το σώμα που φοράς
Εγώ δεν έχω μάτια μου κανένα γι’ άνθρωπό μου
μια αγάπη μόνο μπόρεσα κι αυτή της συμφοράς.


Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

6 Δεκεμβρίου 2007

Σταμάτης Κραουνάκης- Πεθαίνοντας στην Αθήνα


Στίχοι: Διάφοροι
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης

Η ταινία δεν είχε τίποτα σχεδόν να πει. Τουλάχιστον στα μάτια και στη συνείδηση ενός όχι και τόσο σινεφίλ ακροατή ελληνικής μουσικής και αναγνώστη λογοτεχνικών βιβλίων, η γεύση που αυτό που έμεινε ήταν κάπου κοντά στη μετριότητα. Πέρα φυσικά από δυο τρεις συμπαθητικές κοπέλες που ομόρφαιναν με την παρουσία τους κάποιες σκηνές. Ωστόσο, όπως έχουμε συνηθίσει κατά κόρον να συναντάμε στον ελληνικό κινηματογράφο, μια τέτοια ταινία συνοδευόταν από ένα εκπληκτικό soundtrack. Δεν ξέρω, ούτε μπορώ να μαντέψω αν η μουσική και τα τραγούδια ήταν γραμμένα από πριν ή αν έγιναν επί τούτου. Μπορώ όμως να αναγνωρίσω ένα καταπληκτικό αποτέλεσμα, δυνατό άλλοθι για την επίσκεψή μου εκείνο τον χειμώνα στον κινηματογράφο και για την απόκτηση του δίσκου την άλλη μέρα το πρωί. Δέκα κομμάτια αποτελούν τον δίσκο αυτόν: εφτά τραγούδια, δύο ορχηστρικά και μία ντέμο εκτέλεση του πρώτου τραγουδιού από τον ίδιο τον δημιουργό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα από τα πιο πετυχημένα soundtrack της νυχτερινής Αθήνας, μιας και οι μελωδίες του μοιάζουν απόλυτα εναρμονισμένες με την ατμόσφαιρα αυτής της πόλης, με τους ανθρώπους, τις συνήθειες και τις περιπλανήσεις τους (βάλτε κι άλλα δύο συν: στα πάθη και στα λάθη τους). Εδώ, ο Σταμάτης Κραουνάκης έχει καταφέρει να τα αποτυπώσει απόλυτα όλα αυτά με τη μαεστρία του καλλιτέχνη που έχει φάει με το κουτάλι την νυχτερινή του πόλη σε κάθε επίπεδο και με μια σκοτεινιά που χαρακτηριστικά ταιριάζει στους δρόμους και στον παλμό της. Η επιλογή των ερμηνευτών και οι ίδιες οι ερμηνείες καταπληκτικά. Για μένα ο δίσκος είναι μια αφορμή για δρόμους μέσα στη νύχτα του χειμώνα και για ένα σκαρφάλωμα στον Λυκαβηττό. Ειδικά αν βρέχει.

Σενάριο/ Σκηνοθεσία: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Παραγωγή: 2006

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Στίχοι: Μυρτιώτισσα, Γιώργος Μακρής, Σταμάτης Κραουνάκης
Τραγουδούν: Σταμάτης Κραουνάκης, Νίκος Κουρουπάκης (Τρίφωνο), Ερωφίλη (Τρίφωνο), Νατάσσα Μποφίλιου, Ρίτα Αντωνοπούλου, Βικτωρία Ταγκούλη.

Εδώ ακούμε την Ερωφίλη στο τραγούδι «Μυρτιώτισσα».



2 Δεκεμβρίου 2007

Συνέντευξη Νταλάρα στον Τάσο Καραντή


Κείμενο/Συνέντευξη: Τάσος Καραντής
Αναδημοσίευση από το http://www.e-orfeas.gr

Δύο από τα βασικά γνωρίσματα του Γιώργου Νταλάρα είναι η ακούραστη δραστηριότητά του στο χώρο του τραγουδιού κι η δυναμική προσωπικότητά του, ιδιότητες που κάνουν τον Λευτέρη Παπαδόπουλο να χαρακτηρίζει – σε συνέντευξή του – τον μεγάλο μας ερμηνευτή, ως “τολμηρό, που ανοίγει δρόμους”! Και φυσικά τα δυο αυτά κυρίαρχα χαρακτηριστικά συνδυάζονται, όλα αυτά τα χρόνια, με τη μεγάλη φωνή, την καλλιτεχνική ποιότητα, την επιτυχία, την πρωτοτυπία, την πρωτοπορία, την προσφορά και την διάρκεια. Αν ο χρόνος είναι, όπως λένε όλοι, ο δικαιότερος κριτής, τότε ο Γιώργος Νταλάρας έχει κριθεί στη συνείδηση των Ελλήνων, ως κορυφαίος ερμηνευτής! Φέτος ο Γιώργος Νταλάρας έβγαλε καινούριο προσωπικό δίσκο («Με το ’να πόδι στ’ άστρα») - ο οποίος ήδη έγινε χρυσός - ενώ, από τις 16 Νοέμβρη θα εμφανιστεί στο «Παλλάς», σ’ ένα μουσικοθεατρικό πρόγραμμα, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή, το οποίο θα διατρέχει όλη την 40χρονη δισκογραφία του, γι’ αυτό και θα ’χει και τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όλα από την αρχή»!
Με αφορμή, τόσο το νέο του δίσκο, όσο και τις παραστάσεις του στο «Παλλάς», ο Γιώργος Νταλάρας μίλησε στον «ΟΡΦΕΑ», αποκλειστικά για μουσική και για τραγούδια. Μας ανέλυσε τον καινούριο του δίσκο, μας περίγραψε το περιεχόμενο των παραστάσεών του κι αναφέρθηκε σε θέματα της ερμηνευτικής τεχνικής του και της μουσικής αισθητικής του. Απάντησε ακόμα, με την ντομπροσύνη και το θάρρος που τον διακρίνει, και σε διάφορα κριτικά επιχειρήματα που εκφράζονται κι εμείς – κάνοντας τον “δικηγόρο του διαβόλου” – του τα θέσαμε. Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν με τα δυο πόδια στον «ΟΡΦΕΑ»! Και θα το εξομολογηθούμε! Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια συνέντευξη ακραιφνώς “νταλαρική”! Γιατί, πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο Γιώργος Νταλάρας συναρπάζει όχι μόνο σαν τραγουδιστής, αλλά και σαν συνομιλητής!


Τ.Κ.: Πάντα, ανάμεσα στις πολυποίκιλες μουσικές αναζητήσεις σας, κάνατε και δίσκους με λαϊκά τραγούδια, που τα χαρακτήριζαν οι κλασικές φόρμες κι ενορχηστρώσεις, όπως, για παράδειγμα, τα τραγούδια του Νικολόπουλου ή του Ζήκα. Τόσο όμως στον προηγούμενο προσωπικό σας δίσκο με πιο εξωστρεφή τραγούδια(«Στα τραγούδια που σου γράφω»), όσο και στον πρόσφατο(«Με το ’να πόδι στ’ άστρα»), παρατηρείται μια προσέγγιση σ’ έναν ήχο – με σαφή, φυσικά, τα λαϊκά στοιχεία – αλλά πιο σημερινό κι εναρμονισμένο με την τρέχουσα αντίληψη περί λαϊκού τραγουδιού. Τι επιδιώκετε να προσφέρετε καλλιτεχνικά με το νέο σας cd και πως θα χαρακτηρίζατε τα καινούρια σας τραγούδια;


Γ.Ν.: «Ξέρω τι εννοείτε. Πιο απλά, υπήρξαν δίσκοι στους οποίους ακολούθησα την κλασική φόρμα του λαϊκού τραγουδιού, κάτι που δε θα σταματήσω να το κάνω όταν τα τραγούδια το απαιτούν, και άλλοι, στους οποίους έκανα μια προσπάθεια να διασκευάσω τον ήχο τους. Σε καμία περίπτωση όμως δε σκέφτηκα έναν ήχο εναρμονισμένο με την τρέχουσα αντίληψη περί λαϊκού τραγουδιού. Και δεν το λέω αυτό για να αποποιηθώ κάποια ευθύνη. Μιλάω μουσικά. Αν ακούσετε λαϊκά τραγούδια από διαφορετικούς δίσκους μου τα μπουζούκια δεν παίζουν πάντα με τον ίδιο τρόπο, ούτε η μπότα, ούτε η ρυθμική αγωγή είναι ίδια. Αυτό όμως το έκανα πάντα. Ας πούμε ο δίσκος του Χρήστου Νικολόπουλου “Μη μιλάς” είχε τέτοια στοιχεία που λέτε, ενώ ο δίσκος “Ο Τραγουδιστής” ήταν αμιγής λαϊκός δίσκος. Τώρα όσον αφορά τον τελευταίο “Με το ‘να πόδι στ’ άστρα” σαφώς δεν δούλεψα όπως στα “Έρημα χωριά” που ήταν έντονο το παραδοσιακό στοιχείο στις ενορχηστρώσεις, και αυτό γιατί ήθελα να κάνω έναν καθημερινό λαϊκό δίσκο, που ταίριαζε με την άποψη των συνθετών, που οι περισσότεροι είναι νέοι. Δική μου επιλογή ήταν, δεν μου την επέβαλε κανείς, όπως και το να επέμβω περισσότερο στο κομμάτι το στιχουργικό. Είμαι ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, και μουσικά και από την αποδοχή που είχε από το κοινό. Πάντα βεβαίως με το σκεπτικό ότι κάνουμε ένα δίσκο με σύγχρονα λαϊκά τραγούδια. Δεν είπαμε ότι εφηύραμε και την πυρίτιδα.».

Τ.Κ.: Είστε ο πιο χαρακτηριστικός “τραγουδιστής των συνθετών”, όπου οι περισσότεροι δίσκοι σας είναι κύκλοι τραγουδιών των σημαντικότερων συνθετών μας (Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, Κουγιουμτζής, Λοΐζος, Καλδάρας, Άκης Πάνου, Μικρούτσικος, Νικολόπουλος κ.ά.). Την τελευταία όμως 10ετία, οι περισσότεροι δίσκοι σας με νέο υλικό – με κάποιες εξαιρέσεις (Μπρέγκοβιτς, Κούρτι) στο ενδιάμεσο – είναι πολυσυλλεκτικοί («Η άσφαλτος που τρέχει», «Στα τραγούδια που σουγράφω», «Με το ’να πόδι στ’ άστρα»). Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα των προσωπικών δισκογραφικών δουλειών σας είναι συνειδητή επιλογή, διότι δεν υπάρχει πλέον ο δημιουργός εκείνος που θα μπορούσε να δώσει έναν κύκλο 12 καλών τραγουδιών και να στηρίξει τον προσωπικό δίσκο ενός μεγάλου ερμηνευτή όπως εσείς ή είναι, απλά, θέμα συγκυρίας ;


Γ.Ν.: Και ελπίζω να συνεχίσω να είμαι ο χαρακτηριστικός τραγουδιστής των συνθετών. Γιατί και οι συνθέτες που αναφέρετε συνεχίζουν να γράφουν πολύ καλά, και υπάρχουν και άλλοι που δεν έχω συνεργαστεί με τους οποίους θα έκανα ευχαρίστως μια ολοκληρωμένη δουλειά. Από την άλλη, ναι. Μπροστά στους τόσους κύκλους τραγουδιών που έχω κάνει, που και που οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι έχουν το προσόν ότι προωθούν κάποιους νέους συνθέτες που αν θέλετε δεν έχουν την πείρα ή ακόμη και το ταλέντο “να συντάξουν” δέκα τραγούδια μιας ολοκληρωμένης δουλειάς. Είναι κάτι άλλο που έχω παρατηρήσει στους νέους συνθέτες, ακόμα και στους πολύ ταλαντούχους: δεν ξέρουν να “διαβάζουν” καλό στίχο ή επηρεάζονται ίσως και από τις εταιρείες και από το άγχος του σουξέ. Έτσι λοιπόν οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι, τόσο λίγοι μπροστά στο υπόλοιπο υλικό μου, γίνονται γι’ αυτό το λόγο και βεβαίως έπονται και συνεργασίες με συνθέτες. Σας ετοιμάζουμε εκπλήξεις.

Τ.Κ.: Στο νέο σας δίσκο “συστεγάζονται” μεγάλα ονόματα του τραγουδιού(Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Λίνα Νικολακοπούλου κ.ά.) μαζί με τους πρωτοεμφανιζόμενους Γιώργο Τσεπίλη, Κωνσταντίνο Βελλιάδη και Νικόλα Κουμπιό. Ποια ήταν τα καλλιτεχνικά στοιχεία αυτών των τριών νέων δημιουργών που σας άρεσαν και για τα οποία τους επιλέξατε;

Γ.Ν.: Ο Γιώργος Τσεπίλης με συγκίνησε εδώ και καιρό όταν άκουσα κάποια τραγούδια του. Πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερο ταλέντο και ιδιαίτερη προσωπικότητα. Έχει άποψη για την μουσική και διαχειρίζεται πολύ καλά αυτό που λέμε έθνικ στοιχείο, επιρροές δηλαδή που αφομοιώνει με πολύ καλή αισθητική στα τραγούδια του. Ο Βελλιάδης μου έστειλε απλά το demo του. Ξεχώρισα το τραγούδι μέσα από πολλά άλλα. Με συγκίνησε και με κέρδισε. Ήταν ένα πολύ ωραία δομημένο τραγούδι, πολύ τρυφερό, πολύ αγνό και είχε πολύ καλό στίχο. Τι άλλο να ζητήσεις; Τον Νικόλα, (Κουμπιό) τον ήξερα πολύ καλύτερα. Είναι πιτσιρικάς, έχει ταλέντο και επιπλέον έχει και ένα άλλο προσόν. Διαβάζει εύκολα και ξεχωρίζει τον καλό στίχο. Στη σειρά, ας πούμε του Άξιου λόγου, έχει γράψει ένα υπέροχο τραγούδι του Μάνου Ελευθερίου.».

Τ.Κ.: Ανάμεσα στους δημιουργούς που συμμετέχουν στο δίσκο ξεχωρίζει το όνομα του Μιχάλη Χατζηγιάννη, του οποίου ερμηνεύετε δυο τραγούδια. Καταγράφτηκαν απόψεις που έλεγαν ότι ακούγοντας κανείς τα τραγούδια αυτά, έχει την εντύπωση ότι πειραματιζόσαστε και δοκιμαζόσαστε, προσεγγίζοντας ερμηνευτικά, το μουσικό ύφος του Χατζηγιάννη. Δηλαδή, για να το μεταφέρω πιο ξεκάθαρα, λένε πως δεν έγραψε ο Χατζηγιάννης δυο τραγούδια για τον Νταλάρα, αλλά ο Νταλάρας τραγούδησε δυο τραγούδια του Χατζηγιάννη. Είναι έτσι; Κι αν ναι, σε τι ακριβώς στοχεύετε;

Γ.Ν.: Μα τι απόψεις είναι αυτές; Δεν στοχεύω πουθενά. Και δεν μασάω τα λόγια μου. Δεν ξέρω τι λένε και τι πιστεύετε εσείς. Για μένα ο Χατζηγιάννης αντικειμενικά είναι και καλός τραγουδιστής και καλός μουσικός. Είπα δύο τραγούδια του Χατζηγιάννη γιατί τα έγραψε για μένα και γιατί μου αρέσαν, όπως τραγούδησα δέκα τραγούδια του Dasho Kurti γιατί μου αρέσαν. Και επειδή είμαι μουσικός πάνω από όλα, και δεν ακκίζομαι με την αφεντιά μου, τραγουδάω το κάθε τραγούδι με το ύφος και την τεχνική που του ταιριάζει και το αναδεικνύει. Και αυτό που άλλους μπορεί να τους ξενίζει, και δικαίωμά τους, για μένα είναι μεγάλο προσόν. Αυτή την ευελιξία την μουσική, τη θεωρώ μεγάλο προτέρημα. Τι έπρεπε δηλαδή; Να τραγουδήσω τα τραγούδια του Χατζηγιάννη με τον τρόπο που τραγουδάω τον Κάβουρα; Τα Latin τα τραγουδάω όπως τραγουδάω το ρεμπέτικο; Στα τραγούδια με τις συμφωνικές ορχήστρες τραγουδάω όπως τραγουδάω το “Μοναχογιός ο Κωνσταντής” στο δίσκο του Αηδονίδη; Αυτό έλειπε. Εγώ ο ίδιος είμαι που τραγουδάω, και στο κάθε τραγούδι τραγουδάω με τον τρόπο που αναδεικνύεται το τραγούδι και η μουσική του.

Τ.Κ.: Στο καινούριο σας cd συναντάμε και το όνομα του Κυριάκου Παπαδόπουλου, ενός συνθέτη που, κυρίως, έχει συνεργαστεί με τραγουδιστές ενός διαφορετικού ύφους και προφίλ από το δικό σας. Πως προέκυψε η συνεργασία σας;

Γ.Ν.: Μου έφερε τις μουσικές του και εντυπωσιάστηκα. Όπως αντιλαμβάνεστε εγώ δεν έχω ιδεοληψίες και στεγανά. Γνώρισα ένα γλυκύτατο πλάσμα σεμνό, Ποντιακής καταγωγής, με φλέβα λαϊκού μουσικού. Φροντίσαμε το στίχο στα τραγούδια, που για μένα είναι η μεγάλη αναστολή, τα είπαμε και αυτό ήταν όλο.

Τ.Κ.: Εντύπωση προκάλεσε σε αρκετούς – κι από ήχο κι από στίχο - το τραγούδι «Μη ξεχνάς το φαντάρο». Εκφράστηκαν απόψεις ότι δεν θα έπρεπε ο Νταλάρας να ερμηνεύσει ένα τέτοιου ύφους και είδους τραγούδι. Είναι ο “φαντάρος” ένα σκωπτικό τραγούδι; Ένα τραγούδι με χιουμοριστική διάθεση; Κι αν έτσι είναι, γιατί θα πρέπει να “απαγορεύεται” στον Νταλάρα να τραγουδήσει κάτι πιο εύθυμο, που, όμως, κι αυτό, κρύβει μέσα του αλήθεια;


Γ.Ν.: Ν’ αγιάσει το στόμα σας. Ξέρετε αυτό το τραγούδι είναι περίεργο. Δεν το ήθελε κανείς. Ούτε οι συνεργάτες μου στην εταιρεία που συνήθως είναι πιο ελαστικοί στην κρίση τους. Εγώ επέμενα να μπει αυτό το τραγούδι. Εμείς οι πιο παλιοί που έχουμε κάνει αρκετά χρόνια στρατό, τη νιώθουμε λίγο καλύτερα αυτή την ιστορία. Οι πιο καινούργιοι μπορεί να μην καταλαβαίνουν αυτή την αγωνία του στρατού, αλλά για μένα ήταν αγνό τραγουδάκι, χαριτωμένο, είχε πλάκα και με τέτοια νοοτροπία το ερμήνευσα.

Τ.Κ.: Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε για πολλούς, το τραγούδι «Η αιτία είσαι εσύ». Παρότι έχει μια αρκετά μοντέρνα ενορχήστρωση, άρεσε, κι ιδιαίτερα το ρεφρέν του, όπου το χαρακτήρισαν “κολλητικό”, δηλαδή, ότι σου μένει στη μνήμη και τραγουδιέται. Τελικά, υπάρχουν κάποια, ανυπέρβλητα, προσωπικά όρια, όσον αφορά την τέχνη σας, ή, είστε έτοιμος να δοκιμάσετε, χωρίς ταμπού, τα πάντα;


Γ.Ν.: Ασφαλώς και δεν είμαι έτοιμος να δοκιμάσω τα πάντα και ασφαλώς δεν έχω ταμπού. Τι εννοώ με αυτό; Δεν θα δοκίμαζα πράγματα που πιστεύω ότι δεν μου ταιριάζουν αισθητικά ή μουσικά. Υπάρχουν δηλαδή δύο κατηγορίες τραγουδιών που δε θα έλεγα. Αυτά που είναι σαχλά από στίχο ή από μουσική, και μερικά τραγούδια πολύ ωραία μεν που όμως δεν μου πηγαίνουν μουσικά. Υπάρχουν, ας πούμε, τραγούδια στην τζαζ που θαυμάζω που δε θα τα τραγουδούσα γιατί αισθάνομαι αμήχανα. Και αυτό είναι μια γενικότερη ιδεολογία ξέρετε. Δεν μου αρέσουν τα στενά ρούχα και στενά παπούτσια, θέλω να νιώθω τα δικά μου… Με άλλα λόγια να έχω τη δική μου έκφραση. Δοκιμάζω πολλά πράγματα, αλλά πιστεύω ότι δεν ταιριάζουν όλοι σε όλα. Δε θα τραγουδούσα εύκολα ένα τραγούδι τζαζ, πολύ ευχαρίστως όμως θα έπαιζα σε ένα τέτοιο τραγούδι. Το τραγούδι του Κουμπιού μου άρεσε, γι’ αυτό και το τραγούδησα.

Τ.Κ.: Λατρέψαμε τα «Λυπημένα Φεγγάρια», ένα τραγούδι γραμμένο σε μουσικό δρόμο ουσάκ, με ανατολίτικο πάθος και καημό που ταιριάζει “γάντι” στη φωνή σας και το ερμηνεύετε υπέροχα, όπως ανάλογα έχετε στο παρελθόν τραγουδήσει κι άλλα, συγγενούς ύφους, τραγούδια(«Με τελείωσες», «Φωτιά χιονίζει ο ουρανός», «Έβγαλα τα μέσα έξω»). Θα ήθελα να θέσω ένα ερώτημα που αφορά μια τεχνική παράμετρο : τα «Λυπημένα Φεγγάρια» έχουν ενορχηστρωθεί με κυρίαρχο τον, ηλεκτρικό, ήχο των πλήκτρων(φυσικά υπάρχουν και το βιολί, το ούτι και το νέϊ), εσείς ποια όργανα νομίζετε ότι πρέπει να κυριαρχούν σ’ αυτά τα τραγούδια, τα ακουστικά ή τα ηλεκτρικά;


Γ.Ν.: Πολύ χαρά μου δίνετε που ξεχωρίσατε αυτό το τραγούδι. Φοβάμαι όμως ότι το ξεχωρίσαμε εγώ και εσείς και ο συνθέτης βέβαια που το έγραψε. Και μπράβο του που έχει τέτοια ευαισθησία να γράφει τέτοια τραγούδια. Όσον αφορά τον ήχο, μου αρέσουν τα ηλεκτρικά όργανα, τα πλήκτρα, κυρίως όμως σαν πλάτες. Δίνουν μια δυναμική στα σύγχρονα τραγούδια. Δεν μου αρέσει όμως η μίμηση. Το να μιμούνται ηλεκτρικά όργανα τα φυσικά. Αντίθετα μ’ αρέσει πολύ η συνύπαρξη ακουστικών και ηλεκτρικών οργάνων, αλλά ψάχνω εξοντωτικά τον ήχο στα ηλεκτρικά όργανα. Είναι αστείο, αλλά μεγάλοι μουσικοί όπως ο Νίκος Ζέρβας, έχουν να το λένε. Όταν τους ζητάω συνεχώς και άλλα πράγματα “δύο χεράκια έχουμε Γιώργο”, μου λένε. Είναι το αστείο τους.

Τ.Κ.: Ποιο είναι το δικό σας πιο αγαπημένο τραγούδι από το νέο σας δίσκο και ποιο είναι εκείνο που σας προκάλεσε περισσότερο το ενδιαφέρον ερμηνευτικά;


Γ.Ν.: Το πιο ενδιαφέρον ερμηνευτικά, συμφωνώ μαζί σας, ήταν το “ Σε φεγγάρια λυπημένα”. Όμως δεν είναι κανένα τραγούδι που μου άρεσε λιγότερο. Τα διάλεξα όλα με το χέρι στην καρδιά. Σε άλλα υπερτερεί η μουσική και σε άλλα ο στίχος.

Τ.Κ.: Δημοσιοποιήθηκε από τις εκδόσεις “ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ” ότι θα κυκλοφορήσει, στη σειρά βιογραφίες-αυτοβιογραφίες, το βιβλίο «ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ» σε επιμέλεια του Θανάση Νιάρχου. Τι ακριβώς θα περιλαμβάνει αυτή η έκδοση;


Γ.Ν.: Δεν ξέρω. Αλήθεια σας λέω. Έχω παραδώσει ένα μεγάλο όγκο υλικού και αρχείου στο Θανάση Καστανιώτη, και βέβαια στο Θανάση Νιάρχο που επιμελείται με πολύ μεγάλη φροντίδα την έκδοση, αλλά ακόμα δεν έχω δει τη δουλειά μονταρισμένη. Τους εμπιστεύομαι όμως πολύ.

Τ.Κ.: Από τις 16 του Νοέμβρη ξεκινούν οι μουσικές παραστάσεις σας, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Όλα από την αρχή», στο «Παλλάς». Ποια είναι η καλλιτεχνική πρόταση που θα κάνετε και που θα δίνει “αιτία” στην επιστροφή σας αυτή; Ποιοι θα είναι οι υπόλοιποι συντελεστές που θα συμμετάσχουν μαζί σας στις εμφανίσεις σας αυτές;


Γ.Ν.: Δε θα κάνω καλλιτεχνική πρόταση. Δεν παρουσιάζω κάποιο ανέκδοτο υλικό. Ο λόγος είναι ότι μετά από πολύ καιρό παίζω στην Αθήνα, σε συναυλίες, σε θεατρικό χώρο που είναι τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν ο φυσικός μου χώρος. Η βάση είναι το υλικό που έχω ερμηνεύσει με αρκετά τραγούδια διασκευασμένα. Το κομμάτι της σκηνοθεσίας έχει αναλάβει ο Σταμάτης Φασουλής, και αυτό μου δίνει όχι μόνο χαρά αλλά και μεγάλη ασφάλεια. Τη σκηνογραφία έχει κάνει ο Γιώργος Γαβαλάς και τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος. Τραγουδούν: η Δέσποινα Ολυμπίου που μου έκανε φοβερή εντύπωση με την ωριμότητά της και την εργατικότητά της - να σκεφτείτε ότι δε λέει κανένα δικό της τραγούδι, σε μια εποχή δύσκολη, που η ίδια έχει μεγάλες επιτυχίες υπηρετώντας την παράσταση - ακόμη έχουμε τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές, την Ασπασία Στρατηγού, το Ζαχαρία Καρούνη και τον Μανώλη Πασχαλίδη, δεκατέσσερις εκλεκτούς πραγματικά μουσικούς που τους τρελάναμε μαζί στις πρόβες. Στις ενορχηστρώσεις συνεργαστήκαμε με τον Κώστα Γανωσέλλη ενώ το κινηματογραφικό υλικό και το υλικό του βίντεο επιμελήθηκε ο Αλέξανδρος Γραμματόπουλος με την ομάδα του, και έκανε εξαιρετική δουλειά. Συμμετέχουν οκτώ ηθοποιοί και αρκετοί άλλοι συντελεστές, μια και είναι μια πολύ μεγάλη παραγωγή.

Τ.Κ.: Τη σκηνοθεσία αυτών των παραστάσεών σας την έχει αναλάβει ο Σταμάτης Φασουλής. Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και τι προσμένετε εσείς από τη σκηνοθετική ματιά ενός ευφυή σκηνοθέτη όπως είναι ο Φασουλής;


Γ.Ν.: Δεν προσμένω, είμαι σίγουρος ότι η δουλειά του είναι εξαιρετική ήδη από αυτά που έχουμε συζητήσει. Ξέρω την αγάπη του και το σεβασμό του στο Ελληνικό τραγούδι. Ξέρω επίσης ότι ένας ευφυής άνθρωπος με το ταλέντο και την πείρα του Σταμάτη δε διακατέχεται από την τάση να εκφράσει κουλτουριάρικες απόψεις επί σκηνής. Αγαπάει την ουσία του τραγουδιού, συγκινείται και ο ίδιος, γι’ αυτό η παρέμβασή του είναι πάντα ειλικρινής και συναισθηματικά φορτισμένη. Και βεβαίως η συνεργασία προέκυψε σα συνέχεια της φιλικής μας σχέσης και των προηγούμενων συνεργασιών μας. Θέλω να μείνω εδώ ιδιαίτερα και να θυμίσω τη διακριτική αλλά καθοριστική σκηνοθετική του παρέμβαση στις παραστάσεις για τονΤσιτσάνη στο Μέγαρο.

Τ.Κ.: Επιστρέφετε σ’ ένα θεατρικό-συναυλιακό χώρο ύστερα από αρκετά χρόνια. Αν δει κανείς, ιστορικά, τη διαδρομή των ζωντανών εμφανίσεών σας, είναι η εξής : λαϊκά κέντρα – μπουάτ – θεατρικοί/συναυλιακοί χώροι – μουσικές σκηνές («Ιερά Οδός» - «Ζυγός») – το πείραμα της «Αρένας» κι η φετινή επιστροφή στο «Παλλάς». Έχετε πλέον κατασταλάξει στο ποιος είναι ο “χώρος του Νταλάρα”;


Γ.Ν.: Ασφαλώς και έχω κατασταλάξει εδώ και δεκάδες χρόνια. Οι συναυλίες, οι συναυλίες στο θέατρο. Ίδιο συναίσθημα χαράς μου πρόσφεραν ίσως οι μπουάτ στην Πλάκα, το “Θεμέλιο” και η “Διαγώνιος” πριν πολλά χρόνια.

Τ.Κ.: Τις συναυλίες τις κάνουν, και, τα τραγούδια. Είστε ο καλλιτέχνης του μεγάλου ρεπερτορίου και των πασίγνωστων διαχρονικών επιτυχιών. Υπάρχουν όμως και πολλά τραγούδια σας που θα τα χαρακτήριζα “ξεχασμένα διαμάντια”. Για να σας κάνω την ερώτηση με μερικούς απ’ τους τίτλους αυτών των διαμαντιών : Υπάρχει περίπτωση να ακούσουμε στο «Παλλάς» το «Μου ’δωσε ο Πλάστης την καρδιά» του Κουγιουμτζή, το «Απ’ τη συνοικία» του Λοΐζου , τον «Σκλάβο» του Μαρκόπουλου, το «Λέγε» του Θεοδωράκη ή τις «Μακρινές τις θάλασσες» του Νικολόπουλου, το «Τι να τα κάνεις τα φτερά» του Γκάρτζου και το «Εγώ είμαι γιος της Κοκκινιάς» του Στέλιου Βαμβακάρη;

Γ.Ν.: Θέλετε να είμαι ειλικρινής; Κανένα τραγούδι από αυτά δεν έχω στο πρόγραμμα και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Έχω βέβαια άλλα. Θα προσπαθήσω όμως μετά τις πρώτες παραστάσεις ν’ αλλάζω μερικά τραγούδια. Είχα, ξέρετε, τεράστιο πρόβλημα. Ετοιμάσαμε ένα πρόγραμμα με πολύ τσιγκουνιά, κόβοντας τραγούδια με το χέρι στην καρδιά, που ήταν τεσσερισήμισι ώρες. Μετά το κάναμε τέσσερις παρά τέταρτο, τρεισήμισι, τρεις παρά τέταρτο και τώρα προσπαθούμε μήπως το κόψουμε κανένα πεντάλεπτο ακόμα μήπως προλαβαίνει ο κόσμος το μετρό. Ήταν ειλικρινά το πιο δύσκολο κομμάτι της προετοιμασίας.

Τ.Κ.: Κύριε Νταλάρα, εν κατακλείδι, θα ξαναζήσουμε στο Παλλάς συγκινήσεις ανάλογες μ’ αυτές του θρυλικού, εφ’ όλης της ύλης, προγράμματός σας στον «ΟΡΦΕΑ» ;


Γ.Ν.: Ελπίζω, αν βοηθήσετε και εσείς λιγάκι.

Camly - A Responsive Blogger Theme, Lets Take your blog to the next level.

This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself.


This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself or your site so readers know where you are coming from. Find out more...


Following are the some of the Advantages of Opt-in Form :-

  • Easy to Setup and use.
  • It Can Generate more email subscribers.
  • It’s beautiful on every screen size (try resizing your browser!)
Subscribe Via Email

Subscribe to our newsletter to get the latest updates to your inbox. ;-)

Your email address is safe with us!